HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ορμή | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
oɾˈmi

Ορισμοί

  1. η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
  2. διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
  3. πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο

Ισοδύναμα

Беларуская націск
Bosanski libido napor preša utok
Català atac envestida
Čeština invaze nájezd nápor úder útok
Galego presa riola
Hrvatski libido napor preša utok
Magyar lendület ostrom roham támadás
Қазақша басу
Kurdî atac
Latina eruptio
Te Reo Māori tukituki
Polski atak pęd
Português assalto ímpeto invasão investida
Română asalt atac ofensivă
Русский наплыв на́тиск
Српски libido napor preša utok
Türkçe saldırı taarruz
Українська натиск

Παραδείγματα

“Δεν έχει ορμές, είναι σεξουαλικά ανίκανος.”

He lacks urges, he is impotent.

“κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ορμή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free