HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορμή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/oɾˈmi/

Ορισμοί

  1. η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
  2. διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
  3. πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Δεν έχει ορμές, είναι σεξουαλικά ανίκανος.”

He lacks urges, he is impotent.

“κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορμή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course