HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξυπνητός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει ξυπνήσει
  2. που δεν έχει κοιμηθεί
  3. έξυπνος
    dated

Παραδείγματα

“※ Η γριά δεν ήξερες πότε κοιμάται και πότε είναι ξυπνητή. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)”
“Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξυπνητός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course