Meaning of ξύπνημα | Babel Free
Ορισμοί
- το αποτέλεσμα τού ξυπνώ, η έξοδος από την κατάσταση του ύπνου
-
η έξοδος από μια κατάσταση ηρεμίας, απραξίας, αχρηστίας, παραμέλησης ή εγκατάλειψης broadly
-
η «αφύπνιση» και η συνειδητοποίηση μιας κατάστασης στον ψυχικό, διανοητικό ή ερωτικό τομέα figuratively
Ισοδύναμα
English
Awakening
Παραδείγματα
“Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης δείχνουν ότι το (πολύ) πρωινό ξύπνημα έχει ευεργετικές συνέπειες στον οργανισμό. (*)”
“Το μελωδικό ξύπνημα του αρχαίου θεάτρου της Μεσσήνης (*)”
“Καλυμμένη με ηφαιστειακή στάχτη η Ισλανδία, ύστερα από το ξύπνημα του πιο ενεργού ηφαιστείου της χώρας το Σάββατο, που «πάγωσε» τις εσωτερικές πτήσεις αλλά δεν προκάλεσε προβλήματα στις ευρωπαϊκές ή υπερατλαντικές πτήσεις, τουλάχιστον μέχρι τώρα. (*)”
“Τον έχει εντυπωσιάσει το γεγονός ότι «ενώ αντικείμενο του έργου είναι το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, κι ενώ μ' αυτό ασχολούνται συνέχεια τα παιδιά, η λέξη «αγάπη» είναι ανύπαρκτη! (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.