Meaning of νωπός | Babel Free
/noˈpos/Ορισμοί
- φρέσκος
-
που δεν έχει στεγνώσει ακόμη figuratively
-
πρόσφατος figuratively
- (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος
- (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο
Ισοδύναμα
English
fresh
Παραδείγματα
“προϊόντα νωπά (fresh produce)”
“νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα”
“※ Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.