HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νωπός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/noˈpos/

Ορισμοί

  1. φρέσκος
  2. που δεν έχει στεγνώσει ακόμη
    figuratively
  3. πρόσφατος
    figuratively
  4. (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος
  5. (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο

Ισοδύναμα

English fresh

Παραδείγματα

“προϊόντα νωπά (fresh produce)”
“νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα”
“※ Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νωπός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course