Meaning of μόρτης | Babel Free
/ˈmoɾtis/Ορισμοί
-
ο αλήτης, ο μάγκας familiar, vulgar
- ανδρικό επώνυμο
-
άνθρωπος που (είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και) προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς dated, formal, rare
Παραδείγματα
“Το πλαστό το πασαπόρτι, σαν και την καρδιά σου, μόρτη.”
The forged passport, Is like your heart, you lowlife.
“※ Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη | με τ’ άσπρο ζωναράκι σου και με τον κόφτη | μ’ αυτή την τόση τη λεβεντιά σου | ποτέ δεν λείπει γκόμενα από κοντά σου”
“※ Τσουγκρίσματα δυνατά, για ν’ ακουστούν και πιο δίπλα, να ξέρουν όλοι ότι διασκεδάζει ο Βάγγος εδώ πέρα, ο Βάγγος ο κουβαρντάς, ο ξηγημένος, ο μπεκιάρης, ο καρντάσης, ο μπεσαλής, ο μόρτης, ο αλήτης, ο άντρας. Μετά της κυρίας του φυσικά (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.