Meaning of λύπηση | Babel Free
/ˈli.pi.si/Ορισμοί
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λυπάμαι, το συναίσθημα της λύπης, της συμπόνιας ή του οίκτου που αισθάνεται κάποιος για κάποιον ή κάτι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.