Σημασία του κουλούρα | Babel Free
kuˈlu.ɾaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλουράς accusative, genitive, singular, vocative
- το ψωμί με στρογγυλό σχήμα
- το σωσίβιο
- το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση
- η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα
- το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά
Ισοδύναμα
Català
armilla salvavides
Cymraeg
siaced achub
فارسی
جلیقه نجات
Gaeilge
seaicéad tarrthála
Gàidhlig
dual
Bahasa Indonesia
baju penyelamat
Íslenska
björgunarvesti
한국어
구명동의
Русский
закольцевать
закольцеваться
зацикливать
кольцевать
лупа
обращение
петля
спасательный жилет
спаса́тельный жиле́т
Svenska
flytväst
Tiếng Việt
áo phao
中文
救生衣
繁體中文
救生衣
Παραδείγματα
“μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ”
“※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)”
“στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα”
“θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free