HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουλούρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
kuˈlu.ɾa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλουράς
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. το ψωμί με στρογγυλό σχήμα
  5. το σωσίβιο
  6. το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση
  7. η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα
  8. το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά

Ισοδύναμα

English Coil

Παραδείγματα

“μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ”
“※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)”
“στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα”
“θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουλούρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course