Meaning of κουλούρα | Babel Free
kuˈlu.ɾaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλουράς accusative, genitive, singular, vocative
- το ψωμί με στρογγυλό σχήμα
- το σωσίβιο
- το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση
- η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα
- το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά
Ισοδύναμα
English
Coil
Παραδείγματα
“μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ”
“※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)”
“στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα”
“θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.