Meaning of σωσίβιο | Babel Free
/soˈsi.vi.o/Ορισμοί
- το αντικείμενο με ικανότητα να επιπλέει όταν το φοράει άνθρωπος και άλλα εξαρτήματα και χαρακτηριστικά με σκοπό τη διάσωσή του
-
το πάχος γύρω από την κοιλιά figuratively
Ισοδύναμα
English
life preserver
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.