Meaning of εκτινάσσω | Babel Free
/e.ktiˈna.so/Ορισμοί
- ρίχνω κάτι με σφοδρότητα προς τα πάνω ή προς τα έξω
- αυξάνω απότομα ένα μέγεθος
Παραδείγματα
“Η δύναμη της πρόσκρουσης εκτίναξε στην ατμόσφαιρα υλικά 600 τρισεκατομμυρίων τόνων ... (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, "Ο Μεγάλος Αφανισμός", εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 13-3-2010)”
“η αύξηση του ΦΠΑ θα εκτινάξει τον πληθωρισμό σε πρωτόγνωρα επίπεδα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.