HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκτινάσσω — definition

Conjugation of εκτινάσσω

Regular CEFR B2
e.ktiˈna.so

ρίχνω κάτι με σφοδρότητα προς τα πάνω ή προς τα έξω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτινάσσω
εσύ εκτινάσσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκτινάσσει
εμείς εκτινάσσουμε
εσείς εκτινάσσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτινάσσουν
Παρατατικός
εγώ εκτίνασσα
εσύ εκτίνασσες
αυτός / αυτή / αυτό εκτίνασσε
εμείς εκτινάσσαμε
εσείς εκτινάσσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτίνασσαν
Αόριστος
εγώ εκτίναξα
εσύ εκτίναξες
αυτός / αυτή / αυτό εκτίναξε
εμείς εκτινάξαμε
εσείς εκτινάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτίναξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτινάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτινάξω
εσύ εκτινάξεις
αυτός / αυτή / αυτό εκτινάξει
εμείς εκτινάξουμε
εσείς εκτινάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτινάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκτίνασσε
εσείς εκτινάσσετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκτίναξε
εσείς εκτινάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτινάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτινάσσομαι
εσύ εκτινάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκτινάσσεται
εμείς εκτινασσόμαστε
εσείς εκτινάσσεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτινάσσονται
Παρατατικός
εγώ εκτινασσόμουν
εσύ εκτινασσόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκτινασσόταν
εμείς εκτινασσόμασταν
εσείς εκτινασσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκτινάσσονταν
Αόριστος
εγώ εκτινάχθηκα
εσύ εκτινάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκτινάχθηκε
εμείς εκτιναχθήκαμε
εσείς εκτιναχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτινάχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτιναχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτιναχθώ
εσύ εκτιναχθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκτιναχθεί
εμείς εκτιναχθούμε
εσείς εκτιναχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτιναχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκτινάσσεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκτινάξου
εσείς εκτιναχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτιναχθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary