Conjugation of εκτινάσσω
e.ktiˈna.soρίχνω κάτι με σφοδρότητα προς τα πάνω ή προς τα έξω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτινάσσω |
| εσύ | εκτινάσσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτινάσσει |
| εμείς | εκτινάσσουμε |
| εσείς | εκτινάσσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτινάσσουν |
Παρατατικός
| εγώ | εκτίνασσα |
| εσύ | εκτίνασσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτίνασσε |
| εμείς | εκτινάσσαμε |
| εσείς | εκτινάσσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτίνασσαν |
Αόριστος
| εγώ | εκτίναξα |
| εσύ | εκτίναξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτίναξε |
| εμείς | εκτινάξαμε |
| εσείς | εκτινάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτίναξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτινάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτινάξω |
| εσύ | εκτινάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτινάξει |
| εμείς | εκτινάξουμε |
| εσείς | εκτινάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτινάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκτίνασσε |
| εσείς | εκτινάσσετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτίναξε |
| εσείς | εκτινάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτινάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτινάσσομαι |
| εσύ | εκτινάσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτινάσσεται |
| εμείς | εκτινασσόμαστε |
| εσείς | εκτινάσσεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτινάσσονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκτινασσόμουν |
| εσύ | εκτινασσόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτινασσόταν |
| εμείς | εκτινασσόμασταν |
| εσείς | εκτινασσόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτινάσσονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκτινάχθηκα |
| εσύ | εκτινάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτινάχθηκε |
| εμείς | εκτιναχθήκαμε |
| εσείς | εκτιναχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτινάχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτιναχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτιναχθώ |
| εσύ | εκτιναχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιναχθεί |
| εμείς | εκτιναχθούμε |
| εσείς | εκτιναχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιναχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτινάσσεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτινάξου |
| εσείς | εκτιναχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτιναχθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.