ξεσπιτώνω
Ορισμοί
βγάζω κάποιον από το σπίτι του, κάνοντας κατάσχεση σε αυτό ή με άλλους τρόπους, διώχνω κάποιον από κάποιον την κατοικία του
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξεσπιτώνω.
Ισοδύναμα
26 more languages
Catalàdesnonar
Cymraegtroi allan
DeutschauslogierenausquartierenausweisendelogierenexmittierenherauswerfenhinauswerfenvertreibenVerweisen
Euskarakanporatu
हिन्दीफेंकना
Kurdîtirar
Te Reo Māoritute
Türkçedökmek
Παραδείγματα
“Δεν πλήρωσαν το ενοίκιο και ο ιδιοκτήτης τους ξεσπίτωσε.”
They didn't pay the rent and so the owner threw them out.
“※ Συμπόνια και λύπη για τη γυναίκα που ξεσπιτώθηκε δυο φορές απ' τους Τούρκους και μια τρίτη απ' τη μητριά των αγοριών της (Ιφιγένεια Θεοδώρου, Η γεύση της ερήμου, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ Μπορεί να ξεσπιτώθηκε τὸ χωριὸ ἀπό καμμιὰ ληψυδρία γιατὶ ὅπως δείχνει καὶ τὸ ὄνομά του θὰ ὑδρευότανε ἀπὸ πηγάδια ποὺ μπορεῖ κάποτε νὰ στέρεψαν (Λέων Παπακωνσταντίνου, Η Ευβοϊκή Μεσσαπία: χώρος, κάτοικοι, αγώνες, πολιτισμός, 1971, σελ 220)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free