Meaning of ξεσπιτώνω | Babel Free
/ksespiˈtono/Ορισμοί
βγάζω κάποιον από το σπίτι του, κάνοντας κατάσχεση σε αυτό ή με άλλους τρόπους, διώχνω κάποιον από κάποιον την κατοικία του
Ισοδύναμα
English
Evict
Παραδείγματα
“Δεν πλήρωσαν το ενοίκιο και ο ιδιοκτήτης τους ξεσπίτωσε.”
They didn't pay the rent and so the owner threw them out.
“※ Συμπόνια και λύπη για τη γυναίκα που ξεσπιτώθηκε δυο φορές απ' τους Τούρκους και μια τρίτη απ' τη μητριά των αγοριών της (Ιφιγένεια Θεοδώρου, Η γεύση της ερήμου, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ Μπορεί να ξεσπιτώθηκε τὸ χωριὸ ἀπό καμμιὰ ληψυδρία γιατὶ ὅπως δείχνει καὶ τὸ ὄνομά του θὰ ὑδρευότανε ἀπὸ πηγάδια ποὺ μπορεῖ κάποτε νὰ στέρεψαν (Λέων Παπακωνσταντίνου, Η Ευβοϊκή Μεσσαπία: χώρος, κάτοικοι, αγώνες, πολιτισμός, 1971, σελ 220)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.