δυναμικός
Ορισμοί
- που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
- που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
- που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις
- που μεταβάλλεται στο χρόνο
- dynamic: αυτό που μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةمشاكس
Bosanskiдинамика
فارسیپویا
Galegodinámico
Hrvatskiдинамика
Magyardinamikus
Italianoaggressivoattivodinamicadinamicoenergicagagliardointraprendenteintraprendentipoderososbrigativoveementeveementivitalevulcaniche
ქართულიდინამიკური
Kurdîdînamîk
Te Reo Māoriōi
Portuguêsdinâmico
Српскидинамика
Παραδείγματα
“Είναι ένας δυναμικός ηγέτης που εμπνέει τους πάντες.”
He is a dynamic leader who inspires everyone.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free