Σημασία του δυναμικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
- που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
- που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις
- που μεταβάλλεται στο χρόνο
- dynamic: αυτό που μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)
Ισοδύναμα
العربية
مشاكس
Bosanski
динамика
فارسی
پویا
Galego
dinámico
Hrvatski
динамика
Magyar
dinamikus
Italiano
aggressivo
aggressivo
attivo
attivo
attivo
dinamica
dinamica
dinamico
energica
gagliardo
intraprendente
intraprendente
intraprendenti
intraprendenti
poderoso
sbrigativo
veemente
veementi
vitale
vulcaniche
ქართული
დინამიკური
Te Reo Māori
ōi
Português
dinâmico
Српски
динамика
Παραδείγματα
“Είναι ένας δυναμικός ηγέτης που εμπνέει τους πάντες.”
He is a dynamic leader who inspires everyone.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free