HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δυναμικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
  2. που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
  3. που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις
  4. που μεταβάλλεται στο χρόνο
  5. dynamic: αυτό που μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)

Ισοδύναμα

31 more languages
العربيةمشاكس
فارسیپویا
Galegodinámico
Magyardinamikus
Bahasa Indonesiabergayacergasdinamis
ქართულიდინამიკური
Kurdîdînamîk
Te Reo Māoriōi
Portuguêsdinâmico
Српскидинамика

Παραδείγματα

“Είναι ένας δυναμικός ηγέτης που εμπνέει τους πάντες.”

He is a dynamic leader who inspires everyone.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δυναμικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free