Meaning of γέρνω | Babel Free
/ʝeɾˈno/Ορισμοί
- άλλη μορφή του γερνάω
-
κάνω κάτι να αποκτήσει κλίση, να αποκλίνει από τον κατακόρυφο άξονα transitive
-
αποκτώ μια κλίση, κλίνω προς μια πλευρά, αποκλίνω από τον κατακόρυφο άξονα intransitive
-
σκύβω intransitive
-
ξαπλώνω intransitive
-
οδεύω προς τη δύση, δύω intransitive
-
τείνω να συμφωνήσω με μία από δύο ή περισσότερες απόψεις figuratively, intransitive
Ισοδύναμα
English
slant
Παραδείγματα
“※ Νιώθω άσχημα, λέω να πάω να γείρω. (Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.