HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γέρνω — definition

Conjugation of γέρνω

Regular CEFR B1
ʝeɾˈno

αποκτώ μια κλίση, κλίνω προς μια πλευρά, αποκλίνω από τον κατακόρυφο άξονα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γέρνω
εσύ γέρνεις
αυτός / αυτή / αυτό γέρνει
εμείς γέρνουμε
εσείς γέρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά γέρνουν
Παρατατικός
εγώ έγερνα
εσύ έγερνες
αυτός / αυτή / αυτό έγερνε
εμείς γέρναμε
εσείς γέρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγερναν
Αόριστος
εγώ έγειρα
εσύ έγειρες
αυτός / αυτή / αυτό έγειρε
εμείς γείραμε
εσείς γείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγειραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γείρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γείρω
εσύ γείρεις
αυτός / αυτή / αυτό γείρει
εμείς γείρουμε
εσείς γείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά γείρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γέρνε
εσείς γέρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γείρε
εσείς γείρτε
Απαρέμφατο αορίστου
γείρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary