Σημασία του γένος | Babel Free
ʝenosΟρισμοί
- ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
- το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
- μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
- η διάκριση φύλου
- της μητέρας το πατρικό επώνυμο (επίθετο)
- γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα, σε μετοχές ή αντωνυμίες· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος
- υποδιαίρεση των ταξινομικών βαθμίδων, ανώτερη από το είδος και κατώτερη από την οικογένεια
Ισοδύναμα
Afrikaans
nooiensvan
Català
gènere
Deutsch
Femininum
Gattung
geb.
geb.
geboren
geborene
Geburtsname
Gender
Genus
Geschlecht
Kon
Mädchenname
Sippe
Français
gender
genre
genre
genre
genré
genre
genrer
kin
née
née
Née
nom de demoiselle
nom de jeune fille
parent
ქართული
გვარი
Polski
gender
krewny
naród
nazwisko panieńskie
nazwisko rodowe
płeć
pochodzenie
rod
ROD
rodzaj
z domu
Română
nume de fată
Русский
в деви́честве
в девичестве
гендерный
девичья фамилия
девичья фамилия
класс
пол
род
родня́
урождённая
Tiếng Việt
nhũ danh
中文
性別
ZH-TW
性別
Παραδείγματα
“Η Ελένη Παπαδοπούλου, το γένος Μενεγάκη.”
Eleni Papadopoulou née Menegaki.
“Τα γένη των περισσότερων οργανισμών βάσει του συστήματος φυλοκαθορισμού διακρίνονται σε άρρενα (αρσενικά)) και θήλεα (θηλυκά)”
“σύστημα φυλοκαθορισμού στη Βικιπαίδεια”
“Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου”
“λατινικά genus”
“Κατηγορία:Ταξινομικοί όροι - γένη (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free