Meaning of γένος | Babel Free
/ʝenos/Ορισμοί
- ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
- το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
- μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
- η διάκριση φύλου
- της μητέρας το πατρικό επώνυμο (επίθετο)
- γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα, σε μετοχές ή αντωνυμίες· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος
- υποδιαίρεση των ταξινομικών βαθμίδων, ανώτερη από το είδος και κατώτερη από την οικογένεια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η Ελένη Παπαδοπούλου, το γένος Μενεγάκη.”
Eleni Papadopoulou née Menegaki.
“Τα γένη των περισσότερων οργανισμών βάσει του συστήματος φυλοκαθορισμού διακρίνονται σε άρρενα (αρσενικά)) και θήλεα (θηλυκά)”
“σύστημα φυλοκαθορισμού στη Βικιπαίδεια”
“Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου”
“λατινικά genus”
“Κατηγορία:Ταξινομικοί όροι - γένη (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.