HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γένος

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ʝenos

Ορισμοί

  1. ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
  2. το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
  3. μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
  4. η διάκριση φύλου
  5. της μητέρας το πατρικό επώνυμο (επίθετο)
  6. γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα, σε μετοχές ή αντωνυμίες· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος
  7. υποδιαίρεση των ταξινομικών βαθμίδων, ανώτερη από το είδος και κατώτερη από την οικογένεια

Ισοδύναμα

34 more languages
Afrikaansnooiensvan
Българскикласрод
Catalàgènere
Esperantogenrogento
ქართულიგვარი
LatviešudzimisGints
Македонскиродсој
Tiếng Việtnhũ danh
中文性別
繁體中文性別

Παραδείγματα

“Η Ελένη Παπαδοπούλου, το γένος Μενεγάκη.”

Eleni Papadopoulou née Menegaki.

“Τα γένη των περισσότερων οργανισμών βάσει του συστήματος φυλοκαθορισμού διακρίνονται σε άρρενα (αρσενικά)) και θήλεα (θηλυκά)”
“σύστημα φυλοκαθορισμού στη Βικιπαίδεια”
“Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου”
“λατινικά genus”
“Κατηγορία:Ταξινομικοί όροι - γένη (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free