HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβλαβής | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/avlaˈvis/

Ορισμοί

  1. γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαβος
    feminine, genitive, singular
  2. που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
  3. που δεν έχει δυνατότητα ή πρόθεση να προκαλέσει βλάβη

Ισοδύναμα

English sound

Παραδείγματα

“βγήκε από το κτίριο σώος και αβλαβής”
“η κατά λάθος κατάποση μιας τσίχλας γενικά θεωρείται αβλαβής για τον οργανισμό”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβλαβής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course