HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβλαβής

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
avlaˈvis

Ορισμοί

  1. γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαβος
    feminine, genitive, singular
  2. που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
  3. που δεν έχει δυνατότητα ή πρόθεση να προκαλέσει βλάβη

Ισοδύναμα

28 more languages
Azərbaycan diliməsum
Българскибезвреден
Catalàinnocu
Češtinaneškodný
Galegoileso
한국어무사하다

Παραδείγματα

“βγήκε από το κτίριο σώος και αβλαβής”
“η κατά λάθος κατάποση μιας τσίχλας γενικά θεωρείται αβλαβής για τον οργανισμό”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβλαβής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free