Meaning of αβλαβής | Babel Free
/avlaˈvis/Ορισμοί
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαβος feminine, genitive, singular
- που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
- που δεν έχει δυνατότητα ή πρόθεση να προκαλέσει βλάβη
Ισοδύναμα
English
sound
Παραδείγματα
“βγήκε από το κτίριο σώος και αβλαβής”
“η κατά λάθος κατάποση μιας τσίχλας γενικά θεωρείται αβλαβής για τον οργανισμό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.