HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άχρωμος

Επίθετο θηλυκό CEFR B1
ˈa.xɾo.mos

Ορισμοί

  1. που δεν έχει (έντονο) χρώμα
  2. που δεν έχει κάτι το έντονο ή χαρακτηριστικό πάνω του, που να τον κάνει να ξεχωρίζει ή να διαφέρει
    figuratively

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“※ Είχε ένα άχρωμο πρόσωπο με κοινά χαρακτηριστικά. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άχρωμος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free