άνετα
Ορισμοί
- με άνεση, αναπαυτικά, βολικά
- εύκολα
- ξεκούραστα
- ελεύθερα
- χωρίς οικονομικά προβλήματα
Ισοδύναμα
Españolcómodamente
25 more languages
العربيةرويدا
Catalàcòmodament
Češtinapohodlně
Suomileppoisasti
Galegocomodamente
Magyarkényelmesen
Latinavacive
తెలుగుసౌకర్యముగా
Παραδείγματα
“※ Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free