Meaning of ώριμος | Babel Free
/ˈo.ɾi.mos/Ορισμοί
- για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος
- για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά
- για τον πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληροί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ.
- για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ.
Παραδείγματα
“ώριμα φρούτα”
ripe fruit
“ώριμο κρασί”
mellow wine
“ώριμος άνθρωπος”
mature person
“ώριμη απόφαση”
mature decision
“ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο”
“ήταν πια ώριμες οι συνθήκες για την αλλαγή”
“ήταν αρκετά ώριμη για να γίνει μητέρα”
“ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας”
“※ Τα βιβλία του που θερμαίνουν όχι μόνο τη νεανική φαντασία, μα και των ώριμων, είναι σαφώς προφητικά. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.