HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φόντο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/fonˈdo/

Ορισμοί

  1. αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.ά.)
  2. το περιβάλλον, ο περίγυρος σε ένα κοινωνικό θέμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Wallpaper

Παραδείγματα

“※ Γάμος με φόντο το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης (εφ Ελευθεροτυπία, 17/8/2013)”
“※ το φόντο σε όλες τις ταινίες/βιβλία του είναι συνήθως ο πόλεμος ή κάποια άλλη ακραία κατάσταση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φόντο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course