φοβέρισμα
Ορισμοί
η πράξη ή ενέργεια της φοβέρας, το αποτέλεσμά της, όταν εκτοξεύονται εκφοβιστικές φράσεις ή γίνονται απειλητικές χειρονομίες, η απειλή κάποιου για να πετύχεις τη συμμόρφωσή του
Ισοδύναμα
19 more languages
Catalàamenaçador
עבריתאיום
Italianobiecoimminenteintimidatoriominacciosaminaccioseminacciosiminacciosotrucetrucitrucidotruculento
Latinacomminabunduscomminansdentaneusimminensimpendensminansminatoriusminaxminitabundusminitābundusminitans
Македонскизаканувачки
Nederlandsdreigend
Portuguêsameaçador
Românăamenințător
Русскийугрожа́ющий
Svenskahotfull
Παραδείγματα
“..ήθελ' είναι λογικό το φοβέρισμα και ο φόβος (Ανδρέας Λασκαράτος, Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς)”
“※ Βροχής φοβέρισμα κρέμεται στον ουρανό. (Γιάννης Βλαχογιάννης (1913) Κανάρης [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free