Meaning of υπακούω | Babel Free
/i.paˈku.o/Ορισμοί
- ακολουθώ τις εντολές, πειθαρχώ στις διαταγές που δέχομαι
- λειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή
Ισοδύναμα
English
Obey
Παραδείγματα
“Εκείνα τα παιδιά δεν υπακούνε ποτέ τους γονείς τους.”
Those children never obey their parents.
“Ο οδηγός πάτησε φρένο, αλλά το αυτοκίνητο δεν υπάκουσε κι έπεσε πάνω στο προπορευόμενο όχημα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.