HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υπακούω — definition

Conjugation of υπακούω

Regular CEFR C2
i.paˈku.o

λειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπακούω
εσύ υπακούς
αυτός / αυτή / αυτό υπακούει
εμείς υπακούμε
εσείς υπακούτε
αυτοί / αυτές / αυτά υπακούν
Παρατατικός
εγώ υπάκουγα
εσύ υπάκουγες
αυτός / αυτή / αυτό υπάκουγε
εμείς υπακούγαμε
εσείς υπακούγατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπάκουγαν
Αόριστος
εγώ υπάκουσα
εσύ υπάκουσες
αυτός / αυτή / αυτό υπάκουσε
εμείς υπακούσαμε
εσείς υπακούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπάκουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπακούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπακούσω
εσύ υπακούσεις
αυτός / αυτή / αυτό υπακούσει
εμείς υπακούσουμε
εσείς υπακούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπακούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ υπάκουγε
εσείς υπακούτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπάκουσε
εσείς υπακούστε
Απαρέμφατο αορίστου
υπακούσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary