Conjugation of υπακούω
i.paˈku.oλειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπακούω |
| εσύ | υπακούς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπακούει |
| εμείς | υπακούμε |
| εσείς | υπακούτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπακούν |
Παρατατικός
| εγώ | υπάκουγα |
| εσύ | υπάκουγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπάκουγε |
| εμείς | υπακούγαμε |
| εσείς | υπακούγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπάκουγαν |
Αόριστος
| εγώ | υπάκουσα |
| εσύ | υπάκουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπάκουσε |
| εμείς | υπακούσαμε |
| εσείς | υπακούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπάκουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπακούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπακούσω |
| εσύ | υπακούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπακούσει |
| εμείς | υπακούσουμε |
| εσείς | υπακούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπακούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπάκουγε |
| εσείς | υπακούτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπάκουσε |
| εσείς | υπακούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπακούσει |