Meaning of Τάρταρα | Babel Free
Ορισμοί
- πληθυντικός αριθμός του τάρταρος (γένους αρσενικού)
- ο κάτω κόσμος, ο τόπος του Άδη (κατά την ελληνική μυθολογία)
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τάρταρας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τάρταρας accusative, genitive, singular, vocative
- ο τόπος τιμωρίας των ψυχών στον Κάτω Κόσμο (κατά υιοθεσία του όρου και ερμηνεία από τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες)
-
η κατάσταση στην οποία κάποιος βασανίζεται ψυχικά figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.