Meaning of Κόλαση | Babel Free
/ˈko.la.si/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ο τόπος όπου, κατά τους χριστιανούς, τιμωρούνται μετά το θάνατο οι ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων
-
αβάσταχτα σκληρές συνθήκες figuratively
-
μεγάλο ξεφάντωμα, απίστευτο γλέντι figuratively
Παραδείγματα
“η ζωή μου έχει γίνει μία κόλαση”
“μαζευτήκανε 50 άτομα στο πάρτι και έγινε ... κόλαση!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.