συμπίπτω
Ορισμοί
- όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
- όταν ταυτίζονται απόψεις
- όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةتزامن
Catalàcoincidir
DeutschbeipflichtenbeistimmenbilligendeckenÜbereinstimmenzusammenfallenzusammentreffenZusammenwirken
Հայերենհամընկնել
Íslenskahittast
Lëtzebuergeschcoincidéieren
Românăcoincide
Tagalogmagkataon
Tiếng Việttrùng hợp
Παραδείγματα
“συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)”
“δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)”
“συμπέσαμε φίλε μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free