HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του συμπίπτω | Babel Free

Ρήμα CEFR B2
simˈbi.pto

Ορισμοί

  1. όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
  2. όταν ταυτίζονται απόψεις
  3. όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις

Ισοδύναμα

العربية تزامن
Català coincidir
English coincide Coincide concur Concur
Galego cadrar coincidir
Հայերեն համընկնել
Íslenska hittast
Lëtzebuergesch coincidéieren
Română coincide
Tagalog magkataon
Tiếng Việt trùng hợp

Παραδείγματα

“συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)”
“δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)”
“συμπέσαμε φίλε μου”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συμπίπτω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free