Σημασία του συμπίπτω | Babel Free
simˈbi.ptoΟρισμοί
- όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
- όταν ταυτίζονται απόψεις
- όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις
Ισοδύναμα
العربية
تزامن
Català
coincidir
Deutsch
beipflichten
beistimmen
billigen
decken
Übereinstimmen
übereinstimmen
zusammenfallen
zusammenfallen
zusammentreffen
zusammentreffen
Zusammenwirken
Հայերեն
համընկնել
Íslenska
hittast
Lëtzebuergesch
coincidéieren
Română
coincide
Tagalog
magkataon
Tiếng Việt
trùng hợp
Παραδείγματα
“συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)”
“δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)”
“συμπέσαμε φίλε μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free