HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συμπίπτω | Babel Free

Verb CEFR B2
/simˈbi.pto/

Ορισμοί

  1. όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
  2. όταν ταυτίζονται απόψεις
  3. όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις

Ισοδύναμα

English Coincide

Παραδείγματα

“συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)”
“δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)”
“συμπέσαμε φίλε μου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συμπίπτω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course