Meaning of συμπίπτω | Babel Free
/simˈbi.pto/Ορισμοί
- όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
- όταν ταυτίζονται απόψεις
- όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις
Ισοδύναμα
English
Coincide
Παραδείγματα
“συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)”
“δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)”
“συμπέσαμε φίλε μου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.