HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σπιτώνω

Ρήμα CEFR B1
spiˈtono

Ορισμοί

  1. παρέχω σε κάποιον σπίτι, για να μένει
    literally, rare, vulgar
  2. παρέχω συγκατοίκηση ή εξασφαλίζω χώρο κατοίκησης σε άτομο με το οποίο έχω παράνομη ερωτική σχέση
    figuratively, vulgar

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of σπιτώνω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

23 more languages
العربيةآوى
עבריתהרכיב
हिन्दीगोद लेना
Nederlandsomhoogsteken
Portuguêshouse
ไทยหาย

Παραδείγματα

“Σπίτωσαν τους σύριους σε στρατόπεδο προσφύγων.”

They housed the Syrians in a refugee camp.

“Έχει σπιτώσει έναν αλλοδαπό.”

She's shacked up with a foreigner.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σπιτώνω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free