HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπιτώνω — definition

Conjugation of σπιτώνω

Regular CEFR B1
spiˈtono

παρέχω συγκατοίκηση ή εξασφαλίζω χώρο κατοίκησης σε άτομο με το οποίο έχω παράνομη ερωτική σχέση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπιτώνω
εσύ σπιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σπιτώνει
εμείς σπιτώνουμε
εσείς σπιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτώνουν
Παρατατικός
εγώ σπίτωνα
εσύ σπίτωνες
αυτός / αυτή / αυτό σπίτωνε
εμείς σπιτώναμε
εσείς σπιτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπίτωναν
Αόριστος
εγώ σπίτωσα
εσύ σπίτωσες
αυτός / αυτή / αυτό σπίτωσε
εμείς σπιτώσαμε
εσείς σπιτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπίτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπιτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπιτώσω
εσύ σπιτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σπιτώσει
εμείς σπιτώσουμε
εσείς σπιτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπίτωνε
εσείς σπιτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπίτωσε
εσείς σπιτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σπιτώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπιτώνομαι
εσύ σπιτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σπιτώνεται
εμείς σπιτωνόμαστε
εσείς σπιτώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτώνονται
Παρατατικός
εγώ σπιτωνόμουν
εσύ σπιτωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σπιτωνόταν
εμείς σπιτωνόμασταν
εσείς σπιτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτώνονταν
Αόριστος
εγώ σπιτώθηκα
εσύ σπιτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σπιτώθηκε
εμείς σπιτωθήκαμε
εσείς σπιτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπιτωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπιτωθώ
εσύ σπιτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σπιτωθεί
εμείς σπιτωθούμε
εσείς σπιτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιτωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σπιτώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπιτώσου
εσείς σπιτωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπιτωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary