Σημασία του σουφρώνω | Babel Free
suˈfɾo.noΟρισμοί
- συγκεντρώνω/συσφίγγω κάτι (βιολογικό όργανο/μέλος, δέρμα/ύφασμα [πχ τσάντας]) με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιφανειακή χαλαρότητα και ζάρες/σούρες· (συχνά το σούφρωμα περιορίζει/κλείνει ένα άνοιγμα/μία είσοδο/οπή· χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο/χωρίς να αποτελεί μοναδική εκδοχή χρήσης του όρου)
- δημιουργώ σε κάτι σούρες, ζάρες, ρυτίδες, πτυχές κ.λπ.
-
χάνω το σφρίγος και την ακμή μου figuratively
- κλέβω ή αρπάζω κάτι χωρίς να με δουν
Ισοδύναμα
العربية
طرد
Български
бръчка
Bosanski
guba
Ελληνικά
πορτοφόλι
Français
aumônière
bourse
fronce
froncer
grimacer
mendier
piquer
pli
porte-monnaie
quémander
sac à main
sacoche
taxer
Gaeilge
furca
हिन्दी
झुर्री
Հայերեն
կնճիռ
日本語
囊
Latina
marsupialis
Polski
gurba
krzywić
marszczyć
odąć
odymać
poruszenie
raban
rwetes
ściągać
ściągnąć
torebka
trzos
zaciskać
zacisnąć
zamieszanie
zmarszczka
zmarszczyć
Português
franzir
Русский
бумажник
гаманок
киса
кошелёк
морщина
морщить
мотня
мошна
наморщить
портмоне
расте́рянность
складка
Српски
guba
中文
錢包
繁體中文
錢包
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free