σουφρώνω
Ορισμοί
- συγκεντρώνω/συσφίγγω κάτι (βιολογικό όργανο/μέλος, δέρμα/ύφασμα [πχ τσάντας]) με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιφανειακή χαλαρότητα και ζάρες/σούρες· (συχνά το σούφρωμα περιορίζει/κλείνει ένα άνοιγμα/μία είσοδο/οπή· χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο/χωρίς να αποτελεί μοναδική εκδοχή χρήσης του όρου)
- δημιουργώ σε κάτι σούρες, ζάρες, ρυτίδες, πτυχές κ.λπ.
-
χάνω το σφρίγος και την ακμή μου figuratively
- κλέβω ή αρπάζω κάτι χωρίς να με δουν
Ισοδύναμα
23 more languages
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free