HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σουφρώνω | Babel Free

Verb CEFR B2
/suˈfɾo.no/

Ορισμοί

  1. συγκεντρώνω/συσφίγγω κάτι (βιολογικό όργανο/μέλος, δέρμα/ύφασμα [πχ τσάντας]) με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιφανειακή χαλαρότητα και ζάρες/σούρες· (συχνά το σούφρωμα περιορίζει/κλείνει ένα άνοιγμα/μία είσοδο/οπή· χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο/χωρίς να αποτελεί μοναδική εκδοχή χρήσης του όρου)
  2. δημιουργώ σε κάτι σούρες, ζάρες, ρυτίδες, πτυχές κ.λπ.
  3. χάνω το σφρίγος και την ακμή μου
    figuratively
  4. κλέβω ή αρπάζω κάτι χωρίς να με δουν

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σουφρώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course