Meaning of ραγίζω | Babel Free
Ορισμοί
- προκαλώ σχάση στην επιφάνεια εύθραυστου (ή και μη) αντικειμένου
-
προκαλώ πόνο σε άνθρωπο, νιώθω πόνο figuratively
-
σπάω, τρέμω, διακόπτομαι (για τη φωνή) figuratively
-
προκαλώ ή παθαίνω ράγισμα, μικρή αλλά μοιραία βλάβη η οποία είναι βέβαιο ότι θα καταλήξει σε πλήρη διάλυση, σπάσιμο, ρήξη figuratively
Ισοδύναμα
English
crack
Παραδείγματα
“Τη βλέπω καλά την πέτρα, και το θαμάζω που δεν είναι ραγισμένη, δεν άλλαξε καθώς άλλαξαν όσοι κάθισαν εκεί απάνω, μήτε σηκώθηκε να φύγη καθώς εκείνοι.”
“ραγίζουν και οι πέτρες για τον 8χρονο που πνίγηκε στην Καλογριά”
“ράγισε το γυαλί”
“Μην κοπανάς, πάνω στο μάρμαρο, θα ραγίσει”
“μου ράγισε την καρδιά - ράγισε η καρδιά μου όταν άκουσα...”
“ράγισε η φωνή του καθώς ξεστομούσε τι είχε συμβεί στο παιδί”
“Ο γάμος τους ράγισε από τη μέρα που ...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.