πορτιέρης
Ορισμοί
αυτός που επιβλέπει την είσοδο και έξοδο ανθρώπων από κάποια πόρτα, ελέγχει και φυλάει το γύρω χώρο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο πορτιέρης άνοιξε την πόρτα στους καλεσμένους.”
The doorman opened the door for the guests.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free