πετυχαίνω
Ορισμοί
- φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
- κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό
- βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο
- βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα
- βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πετυχαίνω.
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskinabasatiostvaritiuspetiuspjetiдостигнутидостизатинабасатинападатинапастиостваритиуспетиуспјети
Catalàaconseguir
Esperantoatingi
Hrvatskinabasatiostvaritiuspetiuspjetiдостигнутидостизатинабасатинападатинапастиостваритиуспетиуспјети
Magyarelér
Polskinamacaćnapatoczyćnapotkaćnapotykaćnatrafiaćnatrafićosiągaćosiągnąćpotrafićtrafiaćtrafićuświadczaćuświadczyćwpadaćwpaśćzastaćzastawaćzdołaćzdybaćznajdowaćznaleźć
Παραδείγματα
“πέτυχα τον στόχο μου”
I achieved my goal
“Πέτυχα στις εξετάσεις!”
I succeeded in the exams!
“Πέτυχα στο ίντερνετ ένα βίντεο”
I came across a video on the internet
“Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free