Σημασία του πετυχαίνω | Babel Free
pe.tiˈçe.noΟρισμοί
- φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
- κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό
- βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο
- βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα
- βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πετυχαίνω.
Ισοδύναμα
Bosanski
nabasati
ostvariti
uspeti
uspjeti
достигнути
достизати
набасати
нападати
напасти
остварити
успети
успјети
Català
aconseguir
Esperanto
atingi
Hrvatski
nabasati
ostvariti
uspeti
uspjeti
достигнути
достизати
набасати
нападати
напасти
остварити
успети
успјети
Magyar
elér
Polski
namacać
napatoczyć
napotkać
napotykać
natrafiać
natrafić
osiągać
osiągnąć
potrafić
trafiać
trafiać
trafić
uświadczać
uświadczyć
wpadać
wpaść
zastać
zastawać
zdołać
zdybać
znajdować
znaleźć
Παραδείγματα
“πέτυχα τον στόχο μου”
I achieved my goal
“Πέτυχα στις εξετάσεις!”
I succeeded in the exams!
“Πέτυχα στο ίντερνετ ένα βίντεο”
I came across a video on the internet
“Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free