HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πετυχαίνω — definition

Conjugation of πετυχαίνω

Regular CEFR C2
pe.tiˈçe.no

φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πετυχαίνω
εσύ πετυχαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό πετυχαίνει
εμείς πετυχαίνουμε
εσείς πετυχαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πετυχαίνουν
Παρατατικός
εγώ πετύχαινα
εσύ πετύχαινες
αυτός / αυτή / αυτό πετύχαινε
εμείς πετυχαίναμε
εσείς πετυχαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πετύχαιναν
Αόριστος
εγώ πέτυχα
εσύ πέτυχες
αυτός / αυτή / αυτό πέτυχε
εμείς πετύχαμε
εσείς πετύχατε
αυτοί / αυτές / αυτά πέτυχαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πετύχω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πετύχω
εσύ πετύχεις
αυτός / αυτή / αυτό πετύχει
εμείς πετύχουμε
εσείς πετύχετε
αυτοί / αυτές / αυτά πετύχουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πετύχαινε
εσείς πετυχαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πέτυχε
εσείς πετύχετε
Απαρέμφατο αορίστου
πετύχει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary