HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ντόπιος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/ˈdopços/

Ορισμοί

  1. που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
  2. που έχει δημιουργηθεί ή παραχθεί σε έναν τόπο

Παραδείγματα

“Οι ντόπιοι ποτέ δεν βγαίνουν το βράδυ επειδή δεν είναι ασφαλές.”

The natives never go out in the evening as it's not safe.

“Τα ντόπια λεμόνια είναι πιο καλά από τα εισαγόμενα.”

Homegrown lemons are better than imported ones.

“※ Ένα μελαγχολικό Αυγουστιάτικο απόγευμα , η περατζάδα των ντόπιων στον δρόμο μπροστά απ' τη μικρή βεραντούλα μας είχε αρχίσει (Μαριάνθη Ντεβάκη, Λευκές Σελίδες για Άναρχα Όνειρα, εκδ. Ακακία, 2013)”
“οι ντόπιοι πληθυσμοί”
“τα ντόπια προϊόντα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ντόπιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course