τοπικός
Ορισμοί
- που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
- που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
- που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
- που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
- που αφορά έναν τόπο
- local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο
Ισοδύναμα
31 more languages
বাংলাআঞ্চলিক
Catalàregional
Deutschdortigeinheimischgegenwartsbezogenhiesigkommunallokalörtlichortsansässigregionalthematischtopischzeitgemäß
Galegorexional
Հայերենտարածաշրջանային
Bahasa Indonesiaregional
日本語地域的
Қазақ тіліаймақтық
മലയാളംപ്രാദേശിക
मराठीप्रादेशिक
Svenskaregional
Українськарегіональний
Tiếng Việtđịa phương
Παραδείγματα
“τοπική αναισθησία”
local anaesthesia
“τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος”
“τοπικά καιρικά φαινόμενα”
“τοπική αντωνυμία”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free