Σημασία του τοπικός | Babel Free
to.piˈkosΟρισμοί
- που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
- που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
- που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
- που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
- που αφορά έναν τόπο
- local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο
Ισοδύναμα
বাংলা
আঞ্চলিক
Català
regional
Deutsch
dortig
einheimisch
gegenwartsbezogen
hiesig
kommunal
lokal
örtlich
ortsansässig
regional
thematisch
topisch
zeitgemäß
Galego
rexional
Հայերեն
տարածաշրջանային
Bahasa Indonesia
regional
Italiano
autoctoni
autoctoni
locale
locale
municipale
nostrana
nostrane
nostrani
nostrano
regionale
regionale
日本語
地域的
Қазақша
аймақтық
മലയാളം
പ്രാദേശിക
मराठी
प्रादेशिक
Русский
абориген
аборигенный
здешний
злободневный
локальный
местком
местный
региональный
топический
тутошний
Svenska
regional
Українська
регіональний
Tiếng Việt
địa phương
Παραδείγματα
“τοπική αναισθησία”
local anaesthesia
“τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος”
“τοπικά καιρικά φαινόμενα”
“τοπική αντωνυμία”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free