HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τοπικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
to.piˈkos

Ορισμοί

  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
  3. που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
  4. που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
  5. που αφορά έναν τόπο
  6. local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο

Ισοδύναμα

31 more languages
বাংলাআঞ্চলিক
Catalàregional
Galegorexional
Bahasa Indonesiaregional
日本語地域的
Қазақ тіліаймақтық
മലയാളംപ്രാദേശിക
Portuguêslocalregional
Svenskaregional
Українськарегіональний
Tiếng Việtđịa phương

Παραδείγματα

“τοπική αναισθησία”

local anaesthesia

“τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος”
“τοπικά καιρικά φαινόμενα”
“τοπική αντωνυμία”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τοπικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free