Meaning of τοπικός | Babel Free
/to.piˈkos/Ορισμοί
- που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
- που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
- που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
- που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
- που αφορά έναν τόπο
- local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο
Παραδείγματα
“τοπική αναισθησία”
local anaesthesia
“τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος”
“τοπικά καιρικά φαινόμενα”
“τοπική αντωνυμία”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.