HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπάρμπας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/ˈbaɾbas/

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. θείος
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μπάρμπα)
  4. άντρας σχετικά προχωρημένης ηλικίας

Παραδείγματα

“Έχω έναν μπάρμπα στη Νέα Υόρκη.”

I have an uncle in New York.

“Δύο μπαρμπάδες καθόντουσαν και παίζανε σκάκι στο καφενείο.”

Two old timers were sitting playing chess in the coffee shop.

“※ Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ «Τζακπότ έχει σήμερα, μπάρμπα ! Πού ξέρεις ποιός είναι ο τυχερός. Μπορεί να 'σαι εσύ», τον πλησίασε ένας λαχειοπώλης. Ο Θεόφιλος του έγνεψε αρνητικά. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος, 2005)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπάρμπας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course