HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μελετάω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/me.leˈta.o/

Ορισμοί

  1. διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο
  2. εξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή
  3. αναφέρω στην κουβέντα κάποιον ή κάτι
    vulgar
  4. σκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι
    broadly

Ισοδύναμα

English study

Παραδείγματα

“Μελετάει πάρα πολύ, είναι μελετηρός.”

Ηe practices a lot, he is very studious.

“Μελετάει πιάνο τρεις ώρες τη μέρα.”

She practices piano three hours per day.

“Το σχέδιο μελετάται από επιτροπή του υπουργείου.”

The project is examined by a ministry's committee.

“(για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση”
“Μελετάται νέο σχέδιο επέκτασης του λιμένα. Θα έχει εκπονηθεί σε ένα μήνα.”
“Καλώς τον! Σε μελετάγαμε μόλις τώρα.”
“Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μελετάω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course