Meaning of μαραίνω | Babel Free
/maˈɾe.no/Ορισμοί
- κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
- συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου
- τηγανίζω κάτι σε ζεστό λάδι μέχρι να μαλακώσει
Παραδείγματα
“Ο ήλιος μαραίνει το λουλούδι.”
The sun withers the flower.
“※ Καὶ χαίρουσιν ἐν τούτοις αἱ γυναῖκες διότι ὁ ῥέων χρόνος μαραίνει τὰ ἄνθη τῆς ἀνοίξεως ἀπὸ τῆς μορφῆς των καὶ φορτόνει [sic] ἐπὶ τῆς ῥάχεως των τὰς χιόνας, τοὺς πάγους καὶ τοὺς ῥευματισμοὺς τοῦ χειμῶνος. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.