HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαραίνω — definition

Conjugation of μαραίνω

Regular CEFR B1
maˈɾe.no

κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαραίνω
εσύ μαραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό μαραίνει
εμείς μαραίνουμε
εσείς μαραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαραίνουν
Παρατατικός
εγώ μάραινα
εσύ μάραινες
αυτός / αυτή / αυτό μάραινε
εμείς μαραίναμε
εσείς μαραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάραιναν
Αόριστος
εγώ μάρανα
εσύ μάρανες
αυτός / αυτή / αυτό μάρανε
εμείς μαράναμε
εσείς μαράνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάραναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαράνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαράνω
εσύ μαράνεις
αυτός / αυτή / αυτό μαράνει
εμείς μαράνουμε
εσείς μαράνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαράνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μάραινε
εσείς μαραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μάρανε
εσείς μαράνετε
Απαρέμφατο αορίστου
μαράνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαραίνομαι
εσύ μαραίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαραίνεται
εμείς μαραινόμαστε
εσείς μαραίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαραίνονται
Παρατατικός
εγώ μαραινόμουν
εσύ μαραινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαραινόταν
εμείς μαραινόμασταν
εσείς μαραινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαραίνονταν
Αόριστος
εγώ μαράθηκα
εσύ μαράθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαράθηκε
εμείς μαραθήκαμε
εσείς μαραθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαράθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαραθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαραθώ
εσύ μαραθείς
αυτός / αυτή / αυτό μαραθεί
εμείς μαραθούμε
εσείς μαραθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαραθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαραίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μαραθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαραθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary