Conjugation of μαραίνω
maˈɾe.noκάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαραίνω |
| εσύ | μαραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαραίνει |
| εμείς | μαραίνουμε |
| εσείς | μαραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαραίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | μάραινα |
| εσύ | μάραινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάραινε |
| εμείς | μαραίναμε |
| εσείς | μαραίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάραιναν |
Αόριστος
| εγώ | μάρανα |
| εσύ | μάρανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάρανε |
| εμείς | μαράναμε |
| εσείς | μαράνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάραναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαράνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαράνω |
| εσύ | μαράνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαράνει |
| εμείς | μαράνουμε |
| εσείς | μαράνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαράνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μάραινε |
| εσείς | μαραίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μάρανε |
| εσείς | μαράνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαράνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαραίνομαι |
| εσύ | μαραίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαραίνεται |
| εμείς | μαραινόμαστε |
| εσείς | μαραίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαραίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | μαραινόμουν |
| εσύ | μαραινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαραινόταν |
| εμείς | μαραινόμασταν |
| εσείς | μαραινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαραίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | μαράθηκα |
| εσύ | μαράθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαράθηκε |
| εμείς | μαραθήκαμε |
| εσείς | μαραθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαράθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαραθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαραθώ |
| εσύ | μαραθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαραθεί |
| εμείς | μαραθούμε |
| εσείς | μαραθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαραθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαραίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | μαραθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαραθεί |