Meaning of μανία | Babel Free
/maˈnia/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
- γυναικείο επώνυμο
-
γιαγιά idiomatic
-
άνθρωπος που κινείται παρασκηνιακά και ενδεχομένως ύπουλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) figuratively, offensive
- έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό
-
μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου figuratively
- οργή
- παραφροσύνη
- μίσος
- υπερβολική αγάπη προς κάτι ή κάποιον
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα (από τον Λουντέμη. Μανιά, κύριο όνομα στον Παπαδιαμάντη.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.