μανία
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
- γυναικείο επώνυμο
-
γιαγιά idiomatic
-
άνθρωπος που κινείται παρασκηνιακά και ενδεχομένως ύπουλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) figuratively, offensive
- έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό
-
μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου figuratively
- οργή
- παραφροσύνη
- μίσος
- υπερβολική αγάπη προς κάτι ή κάποιον
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةهوس
Българскимания
Gàidhligbeò-ghlacadh
हिन्दीउत्तेजना
Հայերենմոլուցք
Íslenskaþráhyggja
ქართულიაკვიატება
Tagaloghimaling
Türkçetakıntı
Українськаодержимість
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free