κόρνο
Ορισμοί
- είδος χάλκινου μουσικού οργάνου· κάθε όργανο της οικογένειας των κόρνων με το χαρακτηριστικό σπειροειδές σχήμα του κέρατος. Αρχικά, χωρίς βαλβίδες (φυσικό κόρνο). Η παραγωγή διαφορετικών τόνων ρυθμίζεται από τα χείλη του εκτελεστή
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- εννοείται το γαλλικό κόρνο
-
το κέρατο idiomatic
Ισοδύναμα
25 more languages
Българскивалдхорна
Catalàtrompa
Cymraegcorn Ffrengig
Suomikäyrätorvi
Magyarkürt
Հայերենվալտորն
日本語篥
Kurdîkurt
Românăcorn francez
Svenskavalthorn
Tiếng Việtcổ xuý
中文法國號
繁體中文法國號
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free