HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κόκαλο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
[ˈkokalo]

Ορισμοί

  1. κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
    colloquial
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
  3. τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι
    plural-normally, slang

Ισοδύναμα

Afrikaans been
العربية قرن قرن
Български кост
Català os
Cymraeg asgwrn
Dansk ben knogle
English bone bone bone bone shoehorn Shoehorn
Esperanto osto
Suomi luu
Galego oso
Íslenska bein skóhorn
日本語 靴べら 靴篦
한국어
Kurdî bone hestî hestî
Latina os
Bahasa Melayu tulang
Português boné calçadeira osso osso
Română os
Shqip asht âsht
Svenska ben skohorn
Kiswahili mfupa
Türkçe kemik kemik
Tiếng Việt khung xương xương
中文 鞋拔子
ZH-TW 鞋拔子
IsiZulu ithambo

Παραδείγματα

“Kρέας χωρίς κόκαλα για μαγείρεμα.”

Meat without bones for cooking.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόκαλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free