Meaning of κόκαλο | Babel Free
/[ˈkokalo]/Ορισμοί
-
κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών colloquial
- αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
-
τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι plural-normally, slang
Ισοδύναμα
English
Shoehorn
Παραδείγματα
“Kρέας χωρίς κόκαλα για μαγείρεμα.”
Meat without bones for cooking.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.