HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόκαλο | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/[ˈkokalo]/

Ορισμοί

  1. κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
    colloquial
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
  3. τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι
    plural-normally, slang

Ισοδύναμα

English Shoehorn

Παραδείγματα

“Kρέας χωρίς κόκαλα για μαγείρεμα.”

Meat without bones for cooking.

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόκαλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course