HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κόκαλο

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
[ˈkokalo]

Ορισμοί

  1. κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
    colloquial
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
  3. τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι
    plural-normally, slang

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“Kρέας χωρίς κόκαλα για μαγείρεμα.”

Meat without bones for cooking.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόκαλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free