κοινωνώ
Ορισμοί
- κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος
-
κοινωνάω/κοινωνώ-άς, -άει..., πρτ.: κοινωνούσα/κοινώναγα, αόρ.: κοινώνησα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος (προφορικό) intransitive
-
λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός) intransitive
-
δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας] στον πιστό)) transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κοινωνώ.
Ισοδύναμα
29 more languages
Dansknadver
Eestiosalema
Gàidhligcomain
Galegoparticipar
Magyarrészt vesz
한국어연락하다
Kurdîtomar
Românăparticipa
Русскийвкушатькоммуницироватьобщатьсяотведатьпередатьпридаватьпринима́ть уча́стиеприня́ть уча́стиепричастиеразделитьразделятьсообщатьсообщатьсяучаствовать
తెలుగుపాల్గొను
Tiếng Việtgiao tiếp
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free