HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοινωνώ | Babel Free

Verb CEFR B1
/ci.noˈno/

Ορισμοί

  1. κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος
  2. κοινωνάω/κοινωνώ-άς, -άει..., πρτ.: κοινωνούσα/κοινώναγα, αόρ.: κοινώνησα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος (προφορικό)
    intransitive
  3. λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός)
    intransitive
  4. δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας] στον πιστό))
    transitive

Ισοδύναμα

English partake take part

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοινωνώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course