Meaning of κοινωνώ | Babel Free
/ci.noˈno/Ορισμοί
- κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος
-
κοινωνάω/κοινωνώ-άς, -άει..., πρτ.: κοινωνούσα/κοινώναγα, αόρ.: κοινώνησα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος (προφορικό) intransitive
-
λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός) intransitive
-
δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας] στον πιστό)) transitive
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.