HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοινωνώ — definition

Conjugation of κοινωνώ

Regular CEFR B1
ci.noˈno

κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοινωνάω - κοινωνώ
εσύ κοινωνάς - κοινωνείς
αυτός / αυτή / αυτό κοινωνάει
εμείς κοινωνάμε - κοινωνούμε
εσείς κοινωνάτε - κοινωνείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κοινωνάνε
Παρατατικός
εγώ κοινωνούσα
εσύ κοινωνούσες
αυτός / αυτή / αυτό κοινωνούσε
εμείς κοινωνούσαμε
εσείς κοινωνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοινωνούσαν
Αόριστος
εγώ κοινώνησα
εσύ κοινώνησες
αυτός / αυτή / αυτό κοινώνησε
εμείς κοινωνήσαμε
εσείς κοινωνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοινώνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοινωνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοινωνήσω
εσύ κοινωνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κοινωνήσει
εμείς κοινωνήσουμε
εσείς κοινωνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοινωνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοινώνα
εσείς κοινωνάτε - κοινωνείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοινώνησε
εσείς κοινωνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κοινωνήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary