Conjugation of κοινωνώ
ci.noˈnoκοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοινωνάω - κοινωνώ |
| εσύ | κοινωνάς - κοινωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινωνάει |
| εμείς | κοινωνάμε - κοινωνούμε |
| εσείς | κοινωνάτε - κοινωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινωνάνε |
Παρατατικός
| εγώ | κοινωνούσα |
| εσύ | κοινωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινωνούσε |
| εμείς | κοινωνούσαμε |
| εσείς | κοινωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινωνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κοινώνησα |
| εσύ | κοινώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινώνησε |
| εμείς | κοινωνήσαμε |
| εσείς | κοινωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινώνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοινωνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοινωνήσω |
| εσύ | κοινωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινωνήσει |
| εμείς | κοινωνήσουμε |
| εσείς | κοινωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινωνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κοινώνα |
| εσείς | κοινωνάτε - κοινωνείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοινώνησε |
| εσείς | κοινωνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοινωνήσει |