Meaning of καλάμι | Babel Free
/kaˈla.mi/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος
- ο ξυλώδης αποξηραμένος βλαστός αυτού του φυτού ή ένα κομμάτι του
- μακρύ και λεπτό κυλινδρικό σύνεργο του ψαρέματος, από την άκρη του οποίου κρέμεται μια πετονιά
-
το μπροστινό μέρος του οστού της κνήμης vulgar
-
: αυτοσχέδιος αργιλές που φέρει καλάμι αντί μαρκούτσι slang
Παραδείγματα
“※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.