Σημασία του καλάμι | Babel Free
kaˈla.miΟρισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος
- ο ξυλώδης αποξηραμένος βλαστός αυτού του φυτού ή ένα κομμάτι του
- μακρύ και λεπτό κυλινδρικό σύνεργο του ψαρέματος, από την άκρη του οποίου κρέμεται μια πετονιά
-
το μπροστινό μέρος του οστού της κνήμης vulgar
-
: αυτοσχέδιος αργιλές που φέρει καλάμι αντί μαρκούτσι slang
Ισοδύναμα
العربية
قصبة
Català
tíbia
Dansk
skinneben
Deutsch
Angel
angel
Angelrute
Blatt
Krückstock
Reet
Ried
Rohrblatt
Schienbein
Schilf
schilfen
Schilfrohr
Tibia
Esperanto
tibio
Euskara
tibia
Français
anche
bâton
cane
cane
canne
canne à pêche
jarret
os tibial
peigne
Reed
roseau
se croire sorti de la cuisse de Jupiter
shin
tibia
verge
Gàidhlig
cnàimh-mòr-na-lurgainn
ગુજરાતી
નળો
Magyar
sípcsont
Հայերեն
ոլոք
Bahasa Indonesia
tulang kering
ქართული
წვივი
Kurdî
canê
Latina
tībia
Te Reo Māori
takakaha
Македонски
цеваница
Bahasa Melayu
tulang kering
Русский
бёрдо
берцо
берцовая кость
большеберцо́вая кость
голень
камыш
лытка
палка
Рид
свирель
тростник
тростниковый
трость
цевни́ца
шин
Slovenščina
golenica
Svenska
skenben
ไทย
กระดูกแข้ง
Παραδείγματα
“※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free