HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καλάμι

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
kaˈla.mi

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος
  3. ο ξυλώδης αποξηραμένος βλαστός αυτού του φυτού ή ένα κομμάτι του
  4. μακρύ και λεπτό κυλινδρικό σύνεργο του ψαρέματος, από την άκρη του οποίου κρέμεται μια πετονιά
  5. το μπροστινό μέρος του οστού της κνήμης
    vulgar
  6. : αυτοσχέδιος αργιλές που φέρει καλάμι αντί μαρκούτσι
    slang

Ισοδύναμα

40 more languages
العربيةقصبة
Catalàtíbia
Esperantotibio
Euskaratibia
ગુજરાતીનળો
Magyarsípcsont
Հայերենոլոք
Bahasa Indonesiatulang kering
ქართულიწვივი
한국어경골정강이뼈
Kurdîcanê
Latinatībia
Te Reo Māoritakakaha
Македонскицеваница
Bahasa Melayutulang kering
Românăfluiertibia
Slovenščinagolenica
Svenskaskenben
繁體中文蘆葦

Παραδείγματα

“※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καλάμι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free