καλάμι
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος
- ο ξυλώδης αποξηραμένος βλαστός αυτού του φυτού ή ένα κομμάτι του
- μακρύ και λεπτό κυλινδρικό σύνεργο του ψαρέματος, από την άκρη του οποίου κρέμεται μια πετονιά
-
το μπροστινό μέρος του οστού της κνήμης vulgar
-
: αυτοσχέδιος αργιλές που φέρει καλάμι αντί μαρκούτσι slang
Ισοδύναμα
40 more languages
العربيةقصبة
Catalàtíbia
Danskskinneben
Esperantotibio
Euskaratibia
Gàidhligcnàimh-mòr-na-lurgainn
ગુજરાતીનળો
Magyarsípcsont
Հայերենոլոք
Bahasa Indonesiatulang kering
ქართულიწვივი
Kurdîcanê
Latinatībia
Te Reo Māoritakakaha
Македонскицеваница
Bahasa Melayutulang kering
Русскийбёрдоберцоберцовая костьбольшеберцо́вая костьголенькамышлыткапалкаРидсвирельтростниктростниковыйтростьцевни́цашин
Slovenščinagolenica
Svenskaskenben
ไทยกระดูกแข้ง
Παραδείγματα
“※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free