καλαμιά
Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάμι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καλαμιάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καλαμιάς
- κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
-
συστάδα από αυτά τα φυτά figuratively, plural-normally
-
το στέλεχος των αγρωστωδών φυτών general
- κλοτσιά, χτύπημα στο (ή σπανίως ή από λάθος με) το καλάμι (του ποδιού)/την κνήμη
Ισοδύναμα
Españolcarrizo
24 more languages
العربيةحفر
Bosanskikopanje
Hrvatskikopanje
Bahasa Indonesiapenggalian
한국어葦
Српскиkopanje
Українськаочеретяний
Tiếng Việtvi lô
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: καλάμη”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free