HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλαμιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ka.laˈmɲa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάμι
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καλαμιάς
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καλαμιάς
  5. κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
  6. συστάδα από αυτά τα φυτά
    figuratively, plural-normally
  7. το στέλεχος των αγρωστωδών φυτών
    general
  8. κλοτσιά, χτύπημα στο (ή σπανίως ή από λάθος με) το καλάμι (του ποδιού)/την κνήμη

Ισοδύναμα

English Reed Stubble

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: καλάμη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλαμιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course