Meaning of καλαμιά | Babel Free
/ka.laˈmɲa/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάμι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καλαμιάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καλαμιάς
- κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
-
συστάδα από αυτά τα φυτά figuratively, plural-normally
-
το στέλεχος των αγρωστωδών φυτών general
- κλοτσιά, χτύπημα στο (ή σπανίως ή από λάθος με) το καλάμι (του ποδιού)/την κνήμη
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: καλάμη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.