Σημασία του ανασκαφή | Babel Free
a.na.skaˈfiΟρισμοί
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκάπτω, το σκάψιμο της γης για ανεύρεση αρχαίων ή προϊστορικών αντικειμένων και λειψάνων
Ισοδύναμα
العربية
حفر
Български
и́зкоп
Bosanski
kopanje
Català
excavació
Čeština
kopání
Hrvatski
kopanje
Bahasa Indonesia
penggalian
日本語
発掘
Português
escavação
Српски
kopanje
Svenska
utgrävning
தமிழ்
அகழ்வாய்வு
Türkçe
kazı
Παραδείγματα
“Οι αρχαιοκάπηλοι κάνουν συχνά παράνομες ανασκαφές”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free