ανασκαφή
Ορισμοί
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκάπτω, το σκάψιμο της γης για ανεύρεση αρχαίων ή προϊστορικών αντικειμένων και λειψάνων
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةحفر
Българскии́зкоп
Bosanskikopanje
Catalàexcavació
Češtinakopání
Hrvatskikopanje
Bahasa Indonesiapenggalian
Italianoscavo
日本語発掘
Portuguêsescavação
Српскиkopanje
Svenskautgrävning
தமிழ்அகழ்வாய்வு
Türkçekazı
Παραδείγματα
“Οι αρχαιοκάπηλοι κάνουν συχνά παράνομες ανασκαφές”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free