HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανασκαφή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
a.na.skaˈfi

Ορισμοί

η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκάπτω, το σκάψιμο της γης για ανεύρεση αρχαίων ή προϊστορικών αντικειμένων και λειψάνων

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“Οι αρχαιοκάπηλοι κάνουν συχνά παράνομες ανασκαφές”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανασκαφή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free