Meaning of ανασκαφή | Babel Free
/a.na.skaˈfi/Ορισμοί
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκάπτω, το σκάψιμο της γης για ανεύρεση αρχαίων ή προϊστορικών αντικειμένων και λειψάνων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Οι αρχαιοκάπηλοι κάνουν συχνά παράνομες ανασκαφές”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.