Meaning of ανασκέλωμα | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής
- η πτώση κάποιου ανάσκελα χωρίς σπρώξιμο, το ξάπλωμα ανάσκελα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.