HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανασκέλωμα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής
  2. η πτώση κάποιου ανάσκελα χωρίς σπρώξιμο, το ξάπλωμα ανάσκελα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανασκέλωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course