Meaning of κνήμη | Babel Free
/ˈknimi/Ορισμοί
- το τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο)
- οστό του ποδιού, στο μπροστινό μέρος της γάμπας
Ισοδύναμα
English
Shin
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.