HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κνήμη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈknimi

Ορισμοί

  1. το τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο)
  2. οστό του ποδιού, στο μπροστινό μέρος της γάμπας

Ισοδύναμα

17 more languages

Παραδείγματα

“Χτύπησε την κνήμη του πέφτοντας από το ποδήλατο.”

He hit his shin falling off the bicycle.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κνήμη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free