Meaning of κάγκουρας | Babel Free
/ˈkaŋɡuɾas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
νεαρός που φέρεται αλήτικα λόγω συνοικιακών φίλων και παρέας και συχνά είναι βιαιότερος από τον μέσο όρο slang
Ισοδύναμα
English
chav
Παραδείγματα
“Κοίτα πού πήγε και πάρκαρε ο μαλάκας ο κάγκουρας!”
Look where that wanker petrolhead parked!
“Αυτός ο κάγκουρας κάνει συνέχεια φασαρία.”
That chav is always making noise.
“Πολλοί κάγκουρες ρητά αυτοαποκαλούνται έτσι, συνειδητά μιμούμενοι προκαθορισμένες συμπεριφορές. «Η καγκουριά είναι τρόπος ζωής» θα ακούσεις να λένε. Άλλες φορές, η λέξη δεν περιγράφει μέλος κοινωνικής ομάδας, αλλά δυσπροσάρμοστο και επιθετικό άτομο. Οι δηλωμένοι κάγκουρες, σχεδόν πάντα έχουν χαμηλότερη σχολική βαθμολογία από τον μέσο όρο των μαθητών, με ελάχιστες εξαιρέσεις ιδίως σε συνοικίες που σχεδόν όλοι αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι, όμως εκεί πέφτει και η βαθμολογία μέσης απόδοσης.”
“Πολλοί κάγκουρες οδηγούν σε νεαρότερη ηλικία, έχοντας ελεύθερο χρόνο όντας αυτοαπαλλαγμένοι απ' τη μελέτη. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως η καγκουριά είναι πολιτιστική μάστιγα και όχι σποραδικό φαινόμενο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.